ξηρᾷ

ξηρᾷ
ξηρά
fem dat sg (attic doric aeolic)
ξηρός
dry
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ξηρά — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρά — η (Α ξηρά) βλ. ξηρός …   Dictionary of Greek

  • ξηρά — η γη, στεριά σε αντίθεση με τη θάλασσα: Ο στρατός της ξηράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξῆρ' — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηραί , ξηρά fem nom/voc pl ξηρά , ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρέ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξήρ' — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηραί , ξηρά fem nom/voc pl ξηρά , ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρέ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράν — ξηρά̱ν , ξηρά fem acc sg (attic doric aeolic) ξηρά̱ν , ξηρός dry fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράς — ξηρά̱ς , ξηρά fem acc pl ξηρά̱ς , ξηρός dry fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρανάντων — ξηρᾱνάντων , ξηραίνω parch aor part act masc/neut gen pl (epic doric aeolic) ξηρᾱνάντων , ξηραίνω parch aor imperat act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράναις — ξηρά̱ναις , ξηραίνω parch aor part act masc nom/voc sg (epic doric aeolic) ξηρά̱ναις , ξηραίνω parch aor opt act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράναντα — ξηρά̱ναντα , ξηραίνω parch aor part act neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) ξηρά̱ναντα , ξηραίνω parch aor part act masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”